Ποιος σου το παραλάλησεν φτωσιέ μου Δερυνειώτη

σαν τον ακρίταν να βρεθείς πα στην γραμμήν την πρώτην;

Ποτζιεί κρεμμός, ποδά λαμπρόν, με ππούλιν με ριάλαν

τζιαι ν' αγναντεύκεις πόμακρα τον κάμπον τζιαι την Κάλαν;

Να στέκεις ν' αφουγκράζεσαι τον κρότον του τζυμμάτου

που σπάζει πα στον Κούρμελλον, τες τράνες του λουμάτου;

Ήτουν της μοίρας σου γραφτόν; ήτουν το ριζικόν σου

να ζώσουν που τες τρεις μερκές με ττέλια το χωρκόν σου;

Να χάσει το καλλύττερον που πάνω του κομμάτιν;

Να ζιεί με ήμισην καρκιάν τζιαι πνεύμοναν σακκάτην;

Τσα πριν που σιεν την μάνα του ποκούμπιν, το Βαρώσιν

εφώρεν ρούχα γιορτινά τζιαι μεταξένην στρώσην

αμμά τωρά κατάντησεν μια κοττημένη φτήρα

δίχα σκλινίτζια να πιαστεί, με που τον νήλιον μοίραν.

Τζιαμαί που 'ταν πριγκίπισσα μεσ' τα Κοτσινοχώρκα

μοιάζει τωρά κκιλιντζιρού που θκιακονά ποφόρκα.

Πα στον κορμίν του ζάβαλλι γιαρράες τζιαι καντήλες

μα στέκεται περήφανον τζιαι γλέπει Θερμοπύλες.

Κούτζιουλα τα κατάφερεν στα πόθκια του τζι εστάθην

τζιαι τα καλά του μάσσιαλλα, γεμώννουν το καλάθιν.

Μα πάλε περικκιάττεσιν, που μεινεν τζιείνον πό 'νει

Που πρόπαππον ως τον παππούν τζιαι που γονιόν σ' αγγόνιν

εν ποταμός πολιτισμού, τες ρίζες μας ποτίζει

τζιαι φκάλλει μούττες το δεντρόν, την άνοιξην άθθίζει.


Αντώνης Κατσαντώνης

Δερύνεια 29.9.12